κατράμι


κατράμι
[катрами] ουσ. о. смола, двготь, гудрон,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κατράμι" в других словарях:

  • κατράμι — το (λ. ιταλ.), πίσσα: Ρίξανε κατράμι στο δρόμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατράμι — Παχύρρευστη, βαθύχρωμη, ελαιώδης ουσία με φαινολική οσμή. Είναι μείγμα διαφόρων προϊόντων, όπως οι υδρογονάνθρακες, οι φαινόλες, οι θειούχες και αζωτούχες ενώσεις, καθώς και ποικίλων ποσοτήτων νερού και λεπτότατης σκόνης άνθρακα, η οποία… …   Dictionary of Greek

  • Παλαιό Κατράμι — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ.) του νομού Ξάνθης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Διομήδειας …   Dictionary of Greek

  • κατραμίζω — [κατράμι] επαλείφω με κατράμι, κατραμώνω …   Dictionary of Greek

  • κατραμώνω — [κατράμι] αλείφω με κατράμι, πισσώνω («κατράμωσε το καράβι για να μη σαπίσει») …   Dictionary of Greek

  • κατράνι — το κατράμι*. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. katran (< ιταλ. catrame). Κατ άλλη άποψη < κατράμι κατά τα τηγάνι, τρυπάνι] …   Dictionary of Greek

  • κατραμάς — και κατρανάς, ο [κατράμι] αυτός που κατασκευάζει και πουλά κατράμι για την επάλειψη πλοίων, τροχοφόρων κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • ακατράμωτος — η, ο [κατραμώνω] αυτός που δεν είναι κατραμωμένος, περασμένος με κατράμι, με πίσσα …   Dictionary of Greek

  • κατράμωμα — και κατράνωμα, το [κατραμώνω] επάλειψη ή εμπότιση με κατράμι …   Dictionary of Greek

  • κατραμόπανο — το ύφασμα αλειμμένο με κατράμι που χρησιμοποιείται ως αδιάβροχο επικάλυμμα …   Dictionary of Greek